τιθός Save LSJ Bailly 2024 Pape τῐθός, ή, όν, = τιθασός, Arat. 960. τιθός, ή, όν [ῐ] c. τιθασός, Arat. 960. τιθός, = τιθασός, Sp., wie Arat. Dios. 228.