Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τμησίχρους
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τλησικάρδιος
τλησικαρδίως
Τλησίμαχος
Τλησιμένης
τλησίμοχθος
τλησίπονος
τλῆσις
τλήσομαι
τλητέος
τλητικός
τλητικῶς
τλητός
Τλωεῖς
Τλῶς
τμάγεν
Τμάριος
τμάω
τμήγας
τμήγης
τμῆγος
τμήγω
τμήδην
τμηθ
τμηθῆναι
τμῆμα
τμημάτιον
τμηματώδης
τμήξας
τμῆξις
τμῆσις
τμησίχρους
τμητέον
τμητέος
τμητήρ
τμητής
τμητικός
τμητικῶς
τμητός
τμητοσίδηρος
Τμώλιος
Τμῶλος
τνγʹ
τό
τοάκης
τοαρχαῖον
τόγε
τόδε
τοδεύτερον
τοδί
τοεπίπαν
τόθεν
τόθι
τοι
τοί
τοΐ
τοιαδί
τοιαυτί
τοιγάρ
τοίγαρ
τοιγαροῦν
τοιγάρτοι
…
τμησίχρους
Save
LSJ
τμησίχρους, ουν,
= ταμεσίχρως, ἀνέπτυξε ποιητικῶς τὸ τμησίχροας Sch.
Il.
13.340.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}