τλησικάρδιος
τλησικάρδιος, hard-hearted
τλησῐ-κάρδιος, ον,
- hard-hearted, A. Pr. 160 (lyr.).
- II enduring, <ἀ>πένθεια (v. Addenda) τ. Id. Ag. 430 (lyr.; τηξικάρδιος Auratus from Sch., τὴν καρδίαν τήκουσα). Cf. ταλακάρδιος.
τλησι·κάρδιος, ος, ον [σῐ] au cœur patient, courageux, Eschl. Pr. 159, Ag. 430.
Étym. *τλάω, καρδία ; cf. ταλακάρδιος.
1. hardvochtig:
2. zwaar beproefd:
τλησικάρδιος, = ταλακάρδιος ; Aesch. Prom. 159 ; πένθεια, Ag. 430.
τλησικάρδιος
τλησῑ-κάρδιος, ον,
καρδία
- Ihard-hearted, Aesch.
- IImiserable, Aesch.