τρίμορος
τρί-μορος [ῐ], ον,
- = τρίμοιρος, Orph. A. 1056 (dub.).
τρί·μορος, ος, ον [ῐ] partagé en trois : δισσαῖς ἐν τριμόροισι (s. e. ἡμέραις) Orph. Arg. 1054, en deux tiers de jour.
Étym. τρ. μείρομαι.
τρίμορος, = τρίμοιρος, Orph. Arg. 1054.