About Report a problem

Menu

τρίμορφος

τρίμορφος, three-formed

τρί-μορφος, ον,
  • three-formed, Ἑκάτη τριοδῖτι, τρίμορφε, τριπρόσωπε Chariclid. 1, cf. Lyc. 1176, Corn. ND 34; τὸν τ. θεὸν ἔτι κυόμενον ἐν τῷ ᾠῷ Orph. Fr. 60; χαῖρε πάτερ κόσμου, χαῖρε τρίμορφε θεός CIG 4971 (Egypt), Sammelb. 6128.
    • II pl., = τρεῖς, Μοῖραι τ. the three fates, A. Pr. 516.

Saved

Recent