τριξός
τριξός, ή, όν, Ion. for τρισσός, Hdt. 1.171, al.
τριξός, ή, όν, ion. c. τρισσός, Hdt. 1, 171 ; 3, 9 ; 9, 85, etc.
Étym. cf. διξός p. δισσός.
τριξός, ion. statt τρισσός, Her.; vgl. διξός und Koen Greg. p. 435.
τριξός, ή, όν
Ionic for τρισσός.