About Report a problem

Menu

τριοβολιαῖος

τριοβολιαῖος, τρῐοβολιμαῖος, ff.ll. for τριωβ- (q. v.): τριόβολον, τό,
  • = τριώβολον, Sammelb. 7378.11 (ii A. D.).

Saved

Recent