τριοβολιαῖος
τριοβολιαῖος, τρῐοβολιμαῖος, ff.ll. for τριωβ- (q. v.): τριόβολον, τό,
- = τριώβολον, Sammelb. 7378.11 (ii A. D.).
τριοβολιαῖος, f.l. statt τριωβολιαῖος, s. Lobeck Phryn. 551.