τριμοιριαῖος
τριμοιριαῖος, amounting to threefourths
τρῐμοιρ-ιαῖος, α, ον,
- amounting to three-fourths, Apollod. Poliorc. 162.8 codd. (τριτημοριαῖος Schneider).
τριμοιριαῖος, α, ον [τρῐ] c. τρίμοιρος, Apd. pol. 26.
τριμοιριαῖος, = τρίμοιρος, Lobeck Phryn. 545.