τριβαλλοποπανόθρεπτος Save Bailly 2024 τριβαλλο·ποπανό·θρεπτος, ος, ον [ῐπᾰ] élevé dans la sensualité, Eub. (Ath. 108b). Étym. τρ. πόπανον, τρέφω.