τρίβανον
τρίβᾰνον, τό,
- = λήκυθος, Hsch.; a measure of capacity, = κοτύλη, τρυβλίον, Gal. 19.774, cf. POxy. 661v (ii/iii A. D.).
τρίβανον, ου (τὸ) c. λήκυθος, Gal. 19, 780.
Étym. τρίβω.
τρίβανον, τό, = τρύπανον, zw.