τριημιποδιαῖος Save Bailly 2024 Pape τριημιποδιαῖος, α, ον [μῐ] long d’un pied et demi, Xén. Œc. 19, 4 conj. Étym. τριημιπόδιον. τριημιποδιαῖος, αία, αῖον, anderthalb Fuß lang.