τριήκοντα
τριήκοντα, thirty
τριήκοντα, v. τριάκοντα.
τριήκοντα, ep. u. ion. statt τριάκοντα, Hom. u. Her.
τριήκοντα
indeclinable
[τρι-, τρεῖς.]
Thirty Il. 2.516 = 680 = 733.
τριήκοντα : thirty.