τριημιολία
τριημιολία, a light undecked vessel of war
τρῐημῐ-ολία, ἡ,
- a light undecked vessel of war, PLond. 1.106.3 (iii B. C.), Sammelb. 6261.20 (ii B. C.), Plb. 16.2.10, 3.4, 7.3, D.S. 20.93, IG 2(2).3218.9, 12(1).58.20 (Rhodes), Supp.Epigr. 3.679 (ibid.), Ἀρχ.Ἐφ. 1913.10 (Nisyros), Hsch., Phot. s.v. ἡμιολία; to be restored for τριηρημιολία in Ath. 5.203d. Cf. ἡμιόλιος III.
τρι·ημιολία, ας (ἡ) sync. de τριηρημιολία, Pol. 16, 2, 10 ; 16, 3, 7, etc. ; DS. 20, 93.
τριημιολία, ἡ, s. τριηρημιολία.