τριηκάς Save LSJ Bailly 2024 Pape τριηκάς, Ep. and Ion. for τριακάς (q. v.). τριήκοντα, τριηκόσιοι, etc., Ion. for τριακ-. τριηκάς, v. τριακάς. τριηκάς, ἡ, ep. u. ion. statt τριακάς ; Hes. O. 766 ; Her. 1.65.