τριηραρχικός
τριηραρχικός, of or for the trierarchy
τρῐηραρχ-ικός, ή, όν,
- concerning the τριηραρχία, νόμος D. 18.312; τὸ τ., = τοὺς τριηραρχοῦντας, Decr. ap. eund. 18.105.
τριηραρχικός, ή, όν, qui concerne le commandement ou l’équipement des trirèmes, Dém. 329, 18 ; Luc. Dem. enc. 11, 36, 45.
Étym. τριηραρχία.
τριηραρχικός, ή, όν, den τριηράρχης od. die τριηραρχία betreffend, dazu gehörig, geschickt, z.B. νόμος, Dem. 18.312.
τριηραρχικός
from τριηραρχία
τριηραρχικός, ή, όν
- of or for the trierarchy, Dem.