About Report a problem

Menu

τριηροποιικός

τριηροποιικός, of or for trireme-building

τρῐηρο-ποιικός, ή, όν,
  • of or for trireme-building, IG 2(2).1627.391 (-ποιϊκ-), 1628.534 (-ποιϊκ-), 1622.389 (-ποϊκ-): cf. sq. [τριηροποιός]

Saved

Recent