τριθάλαττος Save Bailly 2024 Pape τρι·θάλαττος, ος, ον [ῐθᾰ] entouré de trois mers, Str. 400, parl. de la Béotie. Étym. τρεῖς, θάλαττα. τριθάλαττος, att. = τριθάλασσος.