Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρομαίνω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τριώβολον
τριώβολος
τριώδελον
τριῳδέομαι
τριώδους
τριῶλαξ
τριωνυμία
τριώνυμος
τριώνυχος
τριώπης
τριωπίς
τριώριον
τριώροφος
τριώρυγος
τρίωτον
Τροζήν
Τροία
τροια
Τροιάδε
Τροίαθεν
Τροίανδε
Τροιζήν
Τροιζηνία
Τροιζήνιος
Τροιζηνίς
Τροίζηνος
Τροίη
Τροίηθεν
Τροίηνδε
τρομάζω
τρομαίνω
τρομαλεόφωνος
τρομεοίατο
τρομερός
τρομέω
Τρόμης
τρομητός
τρομικός
Τρομιλικὸς τυρός
τρομοποιέω
τρομοποιός
τρόμος
τρομός
τρομώδης
τρόνα
τρόπα
τροπαγός
τροπαία
τροπαϊκιαῖος
τροπαϊκόν
τρόπαιον
τροπαῖος
τρόπαιος
τροπαιουχέω
τροπαιούχημα
τροπαιουχία
τροπαιοῦχος
τροπαιοφορέω
τροπαιοφορία
τροπαιοφόρος
τροπαλίζω
…
τρομαίνω
Save
LSJ
τρομ-αίνω,
= τετρεμαίνω,
AB
228.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}