About
Menu

τροχοδινέομαι

τροχοδινέομαι, to whirl

τροχο-δῑνέομαι, Pass.,
  • whirl or roll round, τροχοδινεῖται δʼ ὄμμαθʼ ἑλίγδην A. Pr. 882 (anap.); cf. στροφοδινέομαι.

Saved

Recent