τροχοποιέω
τροχοποιέω, to make wheels
τροχο-ποιέω,
- make wheels, Ar. Pl. 513 (anap.).
τροχο·ποιέω-ῶ, faire des roues, être charron, Ar. Pl. 513.
Étym. τροχός, ποιέω.
τροχοποιέω, Räder machen, Ar. Plut. 513.
τροχοποιέω
τροχο-ποιέω,
fut. -ήσω
- to make wheels, Ar.