Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τροχιλεύς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρόχασμα
τροχαστής
τροχαστικός
τροχάω
τροχειλέα
τροχεῖον
τροχελλέα
τροχεός
τροχερός
τροχεύομαι
τροχή
τροχηλασία
τροχηλατέω
τροχηλάτης
τροχήλατος
τροχηλέα
τροχηλιά
τροχηλία
τροχιά
τροχιάζω
τροχιαῖος
τροχιαμβικός
τροχίας
τροχίασμα
τροχίζω
τροχικός
τροχιλαία
τροχιλέα
τροχιλεία
τροχιλεῖον
τροχιλεύς
τροχιλία
τροχίλια
τροχιλίδιον
τροχίλιον
τροχίλος
τρόχιλος
τροχιλώδης
τροχίμαλλον
τρόχιμος
τρόχιον
τροχιός
τρόχις
τροχισκάριον
τροχίσκιον
τροχίσκος
τροχίτης
τρόχμαλα
τρόχμαλος
τροχοβόλος
τροχοδινέομαι
τροχοδινέω
τροχοειδής
τροχοειδῶς
τροχόεις
τροχοκουράς
τροχοκουρίς
τροχοπαικτέω
τροχοπέδη
τροχοποιέω
τροχοποιός
…
τροχιλεύς
Save
Bailly 2024
τροχιλεύς,
έως
(
ὁ
) [
ῐ
] poulie,
Athénée méc.
Étym.
cf. le suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}