τροχίασμα
τροχίασμα, wheel-work
τροχίασμα, ατος, τό,
- = τροχός, wheel-work, Bito 66.10.
τροχίασμα, ατος (τὸ) appareil de treuil, Biton Mach. p. 113, 31.
Étym. *τροχιάζω, de τροχιός.
τροχίασμα, τό, = τροχός, das Räderwerk, Mathem. vett.