τρυγηβόλιον Save Bailly 2024 Pape *τρυγηβόλιον, dor. τρυγα·βόλιον, ου (τὸ) [ῠᾱ] jet du raisin dans la cuve, Com. Étym. τρύγη, βάλλω. τρυγηβόλιον, τό, s. τρυγαβόλιον.