τυρίσκος
τυρίσκος, a small cheese (τυρός)
τῡρ-ίσκος, ὁ,
- = τυρίον, Ael. NA 8.5, Longus 1.19.
τυρίσκος, ου (ὁ) [ῡ] dim. de τυρός, El. N.A. 8, 5 ; Lgs 1, 19.
τυρίσκος, [ῡ], ὁ, dim. von τυρός ; Long.; Ael. H.A. 8.5 μαντεύεσθαι τυρίσκοις.