τύρευσις Save LSJ Bailly 2024 Pape τῡρ-ευσις, εως, ἡ, = τυρεία I.1, Arist. HA 522a26. τύρευσις, εως (ἡ) [ῡ] c. τυρεία, Arstt. H.A. 3, 20, 13. τύρευσις, ἡ, = τυρεία, Arist. H.A. 3.20.