φάτνα
φάτνα, manger
φάτνα
- 1manger τὸν δʼ (sc. Πάγασον) ἐν Οὐλύμπῳ φάτναι Ζηνὸς ἀρχαῖαι δέκονται O. 13.92 φά[τναις] ἐν λιθίναις βαλ[ (supp. Lobel) fr. 169. 21.