φατνωματικός
φατνωματικός, coffered
φατν-ωμᾰτικός, ή, όν,
- coffered, στέγης παρασκευή Plu. Apophth. Lac. 2.227c; in form παθνωματικός (cf. φάτνη fin.) MAMA 4.293 (Dionysopolis, i A. D.).
φατνωματικός, ή, όν [μᾰ] lambrissé, Plut. M. 227c.
Étym. φάτνωμα.
φατνωματικός, ausgelegt, getäfelt, in Felder, Fächer geteilt, στέγη Plut. Lyc. 16, öfter.