φέλλινος
φέλλινος, made of cork
φέλλῐνος, η, ον,
- made of cork, Luc. VH 2.4.
φέλλινος, η, ον [ῐ] fait de liège, Luc. V.H. 2, 4.
Étym. φελλός.
φέλλινος, von Kork gemacht, Luc. V.H. 2.4.
φέλλινος
φέλλῐνος, η, ον
- made of cork, Luc.