φενακιστικός
φενακιστικός, cheating
φενᾱκ-ιστικός, ή, όν,
- cheating, Poll. 4.21. Adv. -κῶς, ib. 24, 51, 9.135.
φενακιστικός, [ᾱ], = φενακικός, Poll. 4.51 im adv.
φενακιστικός, cheating