φενάκισμα Save LSJ Pape φενᾱκ-ισμα, ατος, τό, = sq., Hsch. s.v. πηληκίσματα: τὰ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ φ. Socr. Ep. 36. φενάκισμα, [νᾱ], τό, ein Betrug, eine Täuschung, Sp.