φαράω
φαράω, plough
φᾰράω,
- plough, ἄφαρον φαρόωσι (sc. γῆν) Call. Fr. 183 (ap. E.M. 788.24); cf. φαρόω.
φαράω, = φάρω, pflügen, φαρόωσι, ep. gedehnt für φαρῶσι, Callim. frg. 183.