φαρκιδώδης
φαρκιδώδης, wrinkled
φαρκῑδ-ώδης, ες,
- wrinkled, Hp. ap. Erot.; to be restored for φορακιώδης in Id. Mul. 2.172.
φαρκιδώδης, ης, ες [ῑ] ridé, Gal. Lex. Hipp. 19, 150 vo φαρκιδώδης.
Étym. φαρκίς, -ωδης.
φαρκιδώδης, [ῑ], ες, runzlig, voll Runzeln, Sp.