φάος
φάος, light, daylight
- light, esp. daylight, ἤδη φ. ἦεν ἐπὶ χθόνα Od. 23.371; φ. οἴχεθʼ ὑπὸ ζόφον 3.335; κατέδυ λαμπρὸν φ. ἠελίοιο Il. 1.605; Ἠὼς . . Ζηνὶ φόως ἐρέουσα 2.49; ἀθανάτοισι φόως φέροι Od. 5.2; νὺξ ἀποκρύψει φάος A. Pr. 24; τὸ τοῦ ἡλίου φῶς Pl. R. 515e; πρὸς τὸ φῶς βλέπειν ibid.; οὐράνιον φῶς, αἰθέρος φῶς, S. Ant. 944 (lyr.), E. Ph. 809 (lyr.); ἡμέρας ἁγνὸν φάος Id. Fr. 443; ἡμερήσιον φάος A. Ag. 23; τὸ ἡμερινὸν φῶς Pl. R. 508c; ἐν φάει by daylight, Od. 21.429; ἕως ἂν φῶς γένηται till daybreak, Pl. Prt. 311a; ἅμα φάει at daybreak, Plu. Cam. 34; ἅμα τῷ φωτί Plb. 1.30.10, al.; ἕως ἔτι φῶς ἐστιν while there is still light, Pl. Phd. 89c; ἔτι φάους ὄντος X. Cyr. 4.2.26; κατὰ φάος νύκτας τε E. Ba. 425 (lyr.); κατὰ φῶς, opp. νύκτωρ, X. Cyr. 3.3.25; also, of moonlight and starlight, φαέεσσι σελήνης Hes. l.c., cf. Pi. O. 10(11).75, Bion Fr. 8.5, etc.; ἀστέρος τηλαυγέστερον Pi. P. 3.75; τὰ φῶτα, sc. sun and moon, Ptol. Tetr. 37, 38.
- b in Poets, freq. in phrases concerning the life of men, ζώει καὶ ὁρᾷ φ. ἠελίοιο Il. 18.61, cf. Od. 4.540, etc.; λείπειν φ. ἠελίοιο Hes. Op. 155, Thgn. 569; ἐς φάος οὐκ ἀνίεσκε, ἀκίκεσθε, Hes. Th. 157, 652; ζῇ τε καὶ βλέπει φάος A. Pers. 299; ὅστις φῶς ὁρᾷ S. OT 375; ὄντα ἐν φάει Id. Ph. 415, etc.; Διὸς ἐν φάει E. Hec. 707 (lyr.); πέμψατʼ ἔνερθεν ψυχὴν ἐς φῶς, ἀναγαγεῖν εἰς φῶς, A. Pers. 630 (anap.), Ar. Av. 699 (anap.); πρὸς φῶς ἀνελθεῖν S. Ph. 625; πρὸς φῶς ἄγειν Pl. Prt. 320d; λείπω φάος Ar. Ach. 1185 (paratrag.); εἰ στερήσομαι τοῦδε τοῦ φωτός Pl. Ax. 365c: but also εἰς φῶς ἰέναι to come into the light, i.e. into public, S. Ph. 1353; εἰς φῶς λέγειν ib. 581; τὸ φῶς κόσμον παρέχει light (i.e. publicity) is a guarantee for order, X. Ages. 9.1.
- c simply a day, φῶς ἓν ἡλίου καταρκέσει E. Rh. 447; νόστιμον βλέπειν φάος, = ἦμαρ, A. Pers. 261: pl., κρισίμων φαέων of critical days, AP 11.382.11 (Agath.).
- 2 the light of a torch, lamp, fire, etc., τίς τοι φάος οἴσει; Od. 19.24, cf. 34, 64; φάος πάντεσσι παρέξω 18.317; φῶς δαίων A. Ch. 863 (anap.); ποιεῖν X. HG 6.2.29; πρὸς φῶς πίνειν to drink by the fire, Id. Cyr. 7.5.27; a light, φῶς ἔχων . . ἀφηγεῖτο Id. HG 5.1.8: pl., Plu. Pel. 12, Ant. 26, etc.; τὰ φ. the illuminations, IG 11(2).203A 33 (Delos, iii B. C.); μέσοις φωσίν at a moderate fire, Ps.-Democr.Alch. p.46 B., cf. Zos.Alch. p.147 B.,155 B.
- 3 the light of the eyes, φάος ὀμμάτων, ὄσσων, Pi. N. 10.40, Opp. H. 4.525: pl., φάεα eyes, Od. 16.15, 19.417; τίεσκον ἴσον φαέεσσιν ἐμοῖσι Mosch. 4.9; φάη Gal. l.c.: sg., of the Cyclops’ eye, E. Cyc. 633.
- 4 window, IG 42(1).110.43 (Epid., iv B. C.), Plu. Curios. 2.515b; opening in a machine, Heliod. ap. Orib. 49.7.14.
- II light, as a metaph. for deliverance, happiness, victory, glory, etc., καὶ τῷ μὲν φάος ἦλθεν Il. 17.615; φόως δʼ ἑτάροισιν ἔθηκεν 6.6; ἐπὴν φάος ἐν νήεσσι θήῃς 16.95; ἐν χερσὶ φόως 15.741; [πύλαι] πετασθεῖσαι τεῦξαν φάος 21.538; φ. ἀρετᾶν Pi. O. 4.11; δώμασιν φάος μέγα A. Pers. 300, cf. S. Ant. 600 (lyr.), Aj. 709 (lyr.); λαμπρὸν φ. γένους Trag.Adesp. 9; of persons, ἤν πού τι φόως Δαναοῖσι γένωμαι Il. 16.39, cf. 8.282, etc.; esp. in addressing persons, ἦλθες, Τηλέμαχε, γλυκερὸν φάος Od. 16.23; ὦ φάος Ἑλλήνων Anacr. 124; Ἀκραγαντίνων φάος Pi. I. 2.17; ὦ φίλτατον φῶς S. El. 1224, 1354; ὦ μέγιστον Ἕλλησιν φάος E. Hec. 841; in late Prose, Anon. ap. Suid. s.v. ὦ φῶς: pl., AP 7.373 (Thall.).
- b of God, ὁ θεὸς φ. ἐστί 1 Ep.Jo. 1.5; φ. καὶ ζωή ἐστιν ὁ θεὸς καὶ πατήρ Corp.Herm. 1.21; of Christ, φ. εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν Ev.Luc. 2.32, etc.
- 2 with reference to illumination of the mind, τῆς ἀληθείας τὸ φῶς E. IT 1026; φ. ἐν τῷ φιλοσοφεῖν Plu. Profect. 2.77d, cf. Aud. 47c; τὸ φ. τὸ ἐν σοί Ev.Matt. 6.23; τὸ φ. τῆς ζωῆς Ev.Jo. 8.12; ἐν τῷ φ. εἶναι 1 Ep.Jo. 2.9; τέκνα φωτός, ὅπλα τοῦ φ., Ep.Eph. 5.8, Ep.Rom. 13.12.
- III the dark ring round the nipple, Poll. 2.163.
1) das Licht ; bes. das Tageslicht, der Tag, der Tagesanbruch ; oft bei Hom.: λαμπρὸν φάος ἠελίοιο Il. 1.625 ; ἤδη γὰρ φάος οἴχεθʼ ὑπὸ ζόφον Od. 3.335 ; ἔδυ φάος ἠελίοιο Il. 23.154 ; ἤδη μὲν φάος ἦεν ἐπὶ χθόνα Od. 23.371 ; ἐν φάει, bei Licht, bei Tage, 21.429 ; selten in Prosa, ἔτι φάους ὄντος Xen. Cyr. 4.2.26, u. öfter ; – ὁρᾶν φάος ἠελίοιο = ζῆν, λείπειν φάος ἠελίοιο = θνήσκειν ; – ἐρατὸν σελάνας Pind. Ol. 11.75, τηλαυγέστερον ἀστέρος P. 3.75 ; ἀσμένῳ δέ σοι ἡ ποικιλείμων νὺξ ἀποκρύψει φάος Aesch. Prom. 24 ; ἄψορρον ἥξεις εἰς φάος 1023 ; ζῇ τε καὶ φάος βλέπει Pers. 291 ; Eum. 716 u. oft ; auch geradezu der Tag, ἀέλπτως νόστιμον βλέπω φάος Pers. 255 ; ὡς μηκέτʼ ὄντα κεῖνον ἐν φάει νόει, am Leben seiend, Soph. Phil. 413, vgl. 659 ; οὐκέτʼ ὄντα Διὸς ἐν φάει Eur. Hec. 707, u. oft. – Auch das durch Feuer, Fackeln u. vgl. hervorgebrachte Licht, ἐγὼ τούτοισι φάος πάντεσσι παρέξω Od. 18.317, τίς τοι φάος οἴσει 19.24, λύχνον ἔχουσα φάος περικαλλὲς ἐποίει 34, νήησαν ξύλα πολλὰ φόως ἔμεν ἠδὲ θέρεσθαι 64. Dah. bei den Attikern auch das, was Licht gibt, Kerze, Fackel. – Φῶς ποιεῖν, Feuer anzünden, Xen. Hell. 6.2.29 ; κατὰ φῶς πίνειν Cyr. 7.5.27 ; λύχνος φῶς παρέχει Conv. 6.7, u. A. – Dämmerung, Plut. Camill. 34. – Auch wie lumen, das Fenster od. die Oeffnung, durch welche das Licht einfällt, φῶτα μετατιθέναι, die Fenster verändern, Plut. curios. 1.
2) das Licht im Ggstz des Dunkels als Bild der Freude, des Heils, also Glück, Heil, Rettung, Sieg ; φόως δʼ ἑτάροισιν ἔθηκεν Il. 6.6, wie ἐπὴν φάος ἐν νήεσσιν θήῃς 16.95 ; ἤν πού τι φόως Δαναοῖσι γένωμαι 16.39, wie μάλα δέ σφι φόως γένετο 15.669 ; τῷ μὲν φάος ἦλθεν 17.615 ; οὐδέ τι Πατρόκλῳ γενόμην φάος 18.102 ; αἱ δὲ (πύλαι) πετασθεῖσαι τεῦξαν φάος 21.538, bereiteten ihnen Rettung ; Ἀκραγαντίνων φάος Pind. I. 2.17 ; Freude, Aesch. Pers. 292, Eum. 496 Soph. Ant. 596 ; dah. auch in der Anrede an Personen, deren Erscheinen glück- od. heilbringend ist, γλυκερὸν φάος Od. 16.23, 17.41, wenn man nicht dies mit dem dichterischen Gebrauche, daß
3) τὰ φάεα »die Augen« heißen, zusammenbringen will, Od. 16.15, 17.39, 19.417 ; vgl. ὀμμάτων κρύπτειν φάος Pind. N. 10.40 ; auch im sing., vom Auge des Kyklopen, Eur. Cycl. 633.
[α, an sich kurz, wird im nom. u. acc. plur. lang, φάεα, wie in φάεσι Callim. Dian. 71 ; vgl. περιφάεα κύκλα Opp. Hal. 2.6.]
τό
[φαϝ- as in φάον.]
Acc. pl. φάεα Od. 16.15, Od. 17.39, Od. 19.417. Also φόως.
- 1
The light of day, the light of the sun : Ἠὼς προσεβήσετʼ Ὄλυμπον φόως ἐρέουσα Il. 2.49, Ἠέλιος, οὗ τε καὶ ὀξύτατον πέλεται φάος εἰσοράασθαι (the emission of the sun’s light being thought of as an exercise of the power of sight) Il. 14.345. Cf. Il. 11.2= Il. 19.2, Il. 15.669, Il. 17.647, Il. 23.226 : Od. 5.2, Od. 11.93, Od. 13.94, Od. 21.429, Od. 23.245, 348, 371.
In reference to life : λείψειν φάος ἠελίοιο Il. 18.11. Cf. Il. 5.120, Il. 18.61 = 442, Il. 24.558 : Od. 4.540= Od. 10.498, Od. 4.833, Od. 14.44= Od. 20.207.
- 2
φάος ἠελίοιο =
ἠέλιος : ἐπεὶ κατέδυ φάος ἠελίοιο Il. 1.605. Cf. Il. 8.485, Il. 23.154 : = Od. 16.220= Od. 21.226, Od. 13.33, 35.So without ἠελίοιο: ἔδυ φάος Il. 8.487. Cf. Od. 3.335.
- 3
Of artificial light: τούτοισι φάος παρέξω
Od. 18.317. Cf. Od. 19.34, 64.A source of such light : τίς τοι φάος οἴσει; (a light) Od. 19.24.
- 4
Applied to a person : ἦλθες, Τηλέμαχε, γλυκερόν φάος (sweet light of my eyes) Od. 16.23= Od. 17.41.
- 5
Help, succour, safety, salvation : φόως ἑτάροισιν ἔθηκεν (opened a way for them) Il. 6.6, αἴ κέν τι φόως Δαναοῖσι γένηαι πατρί τε σῷ Il. 8.282 (with a zeugma, bring help to your friends and glory to your father), αἴ κέν τι φόως Δαναοῖσι γένηαι Il. 11.797. Cf. Il. 15.741, Il. 16.39, 95 (i.e. have cleared the ships of the foe), Il. 17.615, Il. 18.102, Il. 20.95 (i.e. led him on), Il. 21.538.
- 6
In pl., the eyes : κύσσε μιν ἄμφω φάεα Od. 16.15= Od. 17.39, Od. 19.417.
- 1
- a lit.,
- α light ἔφλεξεν εὐώπιδος σελάνας ἐρατὸν φάος O. 10.75 esp., light of day, φάει δὲ πρόσωπον ἐν καθαρῷ νίκαν Κρισαίαις ἐνὶ πτυχαῖς ἐπαγγελεῖ P. 6.14 ἄνευ σέθεν οὐ φάος, οὐ μέλαιναν δρακέντες εὐφρόναν N. 7.3 ἐκ νυκτὸς ἀμίαντον ὄρσαι φάος fr. 108b. 2. νεκρὸν ἵππον στυγέοισι λόγῳ κείμενον ἐν φάει, κρυφᾷ δὲ fr. 203.
- β light of this world, life ἦλθεν δʼ ὑπὸ σπλάγχνων Ἴαμος ἐς φάος αὐτίκα O. 6.44 ἀγλαὸν ἐς φάος ἰόντες δίδυμοι παῖδες Πα. 12. 15, cf. O. 4.15, I. 6.62
- γ light, gaze ἀξιωθείην κεν Ἄργει μὴ κρύπτειν φάος ὀμμάτων N. 10.40
- b met.,
- α light (of fame), splendour τόνδε κῶμον, χρονιώτατον φάος εὐρυσθενέων ἀρετᾶν O. 4.10 ἄπονον δʼ ἔλαβον χάρμα παῦροί τινες, ἔργων πρὸ πάντων βιότῳ φάος O. 10.23 cf. ]το βιότῳ φάος[ ?fr. 334a. 7. τίν γε μὲν ἀεθλοφόρου λήματος ἕνεκεν Νεμέας Ἐπιδαυρόθεν τʼ ἄπο καὶ Μεγάρων δέδορκεν φάος N. 3.84 σφόδρα δόξομεν δαίων ὑπέρτεροι ἐν φάει καταβαίνειν N. 4.38 of pers., εὐάρματον ἄνδρα γεραίρων, Ἀκραγαντίνων φάος I. 2.17
- β light (of hope); comfort, deliverance (cf. Fraenkel on Agam. 522.) ὑπʼ ἀμαχανίας ἄγων ἐς φάος τόνδε δᾶμον ἀστῶν O. 5.14 ἐσσὶ δʼ ἰατὴρ ἐπικαιρότατος, Παιάν τέ σοι τιμᾷ φάος the comfort you bring P. 4.270 ἐρευνασάτω μεγαλάνορος Ἡσυχίας τὸ φαιδρὸν φάος fr. 109. 2. of pers., ἀστέρος οὐρανίου φαμὶ τηλαυγέστερον κείνῳ φάος ἐξικόμαν κε P. 3.75
- γ light (of recognition), cf. a. β. supra. ἀνὰ δʼ ἄγαγον ἐς φάος οἵαν μοῖραν ὕμνων brought to birth I. 6.62
- c frag. τὸ δʼ ἀλαθε[ ] κατέστα φάος[ ?fr. 337. 10.
- Ilight, daylight, Hom., etc.:—in Poets, of life, ζώειν καὶ ὁρᾶν φάος ἠελίοιο Hom.; λείπειν φάος ἠελίοιο Hes.; πέμπειν τινὰ ἐς φῶς Aesch.; πρὸς φῶς ἀνελθεῖν Soph.
- 2of day-light, ἐν φάει Od.; φῶς γίγνεται it is becoming light, i. e. day is breaking, Plat.; ἕως ἔτι φῶς ἐστι while there is still light, Plat.
- 3the light of a torch, lamp, fire, a light, Od., Aesch.
- 4the light of the eyes, Pind.; pl. φάεα the eyes, Lat. lumina, Od.
- IIlight, as a metaph. for deliverance, happiness, victory, Il.: also in addressing persons, γλυκερὸν φάος dear light of my life, Od.; ὦ φίλτατον φῶς Soph.
-
…καὶ ἄοπλον · ἤδη δὲ καὶ ἡ εἱμαρμένη ἡμέρα παρῆν, ἐν ᾗ ἔδει καὶ ἄνθρωπον ἐξιέναι ἐκ γῆς εἰς φῶς. ἀπορίᾳ οὖν σχόμενος ὁ Προμηθεὺς ἥντινα σωτηρίαν τῷ ἀνθρώπῳ εὕροι, κλέπτει Ἡφαίστου καὶ Ἀθηνᾶς τὴν ἔντεχνον σοφίαν σὺν…
Plato, Protagoras
-
…γῆς ἔνδον ἐκ γῆς καὶ πυρὸς μείξαντες καὶ τῶν ὅσα πυρὶ καὶ γῇ κεράννυται. ἐπειδὴ δʼ ἄγειν αὐτὰ πρὸς φῶς ἔμελλον, προσέταξαν Προμηθεῖ καὶ Ἐπιμηθεῖ κοσμῆσαί τε καὶ νεῖμαι δυνάμεις ἑκάστοις ὡς πρέπει. Προμηθέα δὲ παραιτεῖται Ἐπιμηθεὺς αὐτὸς…
Plato, Protagoras
-
…ἀγαθέ, ἐκεῖσε ἴωμεν πρῲ γάρ ἐστιν ἀλλὰ δεῦρο ἐξαναστῶμεν εἰς τὴν αὐλήν, καὶ περιιόντες αὐτοῦ διατρίψωμεν ἕως ἂν φῶς γένηται · εἶτα ἴωμεν. καὶ γὰρ τὰ πολλὰ Πρωταγόρας ἔνδον διατρίβει, ὥστε, θάρρει, καταληψόμεθα αὐτόν ,…
Plato, Protagoras
-
…κατεύχῃ ταῦθʼ, ὁμοῦ κἀμοὶ θανεῖν εὔχου · τί γὰρ δεῖ ζῆν με σοῦ τεθνηκότος ; ἰὼ σκότος, ἐμὸν φάος, ἔρεβος ὦ φαεννότατον, ὡς ἐμοί, ἕλεσθʼ ἕλεσθέ μʼ οἰκήτορα, ἕλεσθέ μʼ · οὔτε γὰρ θεῶν γένος…
Sophocles, Ajax
-
…οὐδέπω μαυρουμένη, ὑπερθοροῦσα πεδίον Ἀσωποῦ, δίκην φαιδρᾶς σελήνης, πρὸς Κιθαιρῶνος λέπας ἤγειρεν ἄλλην ἐκδοχὴν πομποῦ πυρός. φάος δὲ τηλέπομπον οὐκ ἠναίνετο φρουρὰ πλέον καίουσα τῶν εἰρημένων · λίμνην δʼ ὑπὲρ Γοργῶπιν ἔσκηψεν φάος · ὄρος τʼ ἐπʼ…
Aeschylus, Agamemnon
-
…. τοιάδʼ ἐπʼ ἐμοὶ ῥιπὴ Διόθεν τεύχουσα φόβον στείχει φανερῶς. ὦ μητρὸς ἐμῆς σέβας, ὦ πάντων αἰθὴρ κοινὸν φάος εἱλίσσων, ἐσορᾷς μʼ ὡς ἔκδικα πάσχω .…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…σκηπτουχίᾳ ταχθεὶς ἄνανδρον τάξιν ἠρήμου θανών ; Ξέρξης μὲν αὐτὸς ζῇ τε καὶ βλέπει φάος. ἐμοῖς μὲν εἶπας δώμασιν φάος μέγα καὶ λευκὸν ἦμαρ νυκτὸς ἐκ μελαγχίμου. Ἀρτεμβάρης δὲ μυρίας ἵππου βραβεὺς στύφλους παρʼ ἀκτὰς θείνεται Σιληνιῶν. χὠ…
Aeschylus, Persians
-
…σφετέρῳ δʼ ἤχθοντο τοκῆι ἐξ ἀρχῆς · καὶ τῶν μὲν ὅπως τις πρῶτα γένοιτο, πάντας ἀποκρύπτασκε, καὶ ἐς φάος οὐκ ἀνίεσκε, Γαίης ἐν κευθμῶνι, κακῷ δʼ ἐπετέρπετο ἔργῳ Οὐρανός. ἣ δʼ ἐντὸς στοναχίζετο Γαῖα πελώρη στεινομένη…
Hesiod, Theogony
-
…τοῖς ἐπονεῖτο, κιρνὰς αἴθοπα οἶνον. ὁ δʼ ἀντίος ἦλθεν ἄνακτος, κύσσε δέ μιν κεφαλήν τε καὶ ἄμφω φάεα καλὰ χεῖράς τʼ ἀμφοτέρας · θαλερὸν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ. ὡς δὲ πατὴρ ὃν παῖδα φίλα φρονέων ἀγαπάζῃ ἐλθόντʼ…
Homer, Odyssey
-
…οὐ μὲν φόρμιγγος περικαλλέος ἣν ἔχʼ Ἀπόλλων, Μουσάων θʼ αἳ ἄειδον ἀμειβόμεναι ὀπὶ καλῇ. αὐτὰρ ἐπεὶ κατέδυ λαμπρὸν φάος ἠελίοιο, οἳ μὲν κακκείοντες ἔβαν οἶκονδε ἕκαστος, ἧχι ἑκάστῳ δῶμα περικλυτὸς ἀμφιγυήεις Ἥφαιστος ποίησεν ἰδυίῃσι πραπίδεσσι · Ζεὺς…
Homer, Iliad