φασίολος
φᾰσίολος, ὁ,
- = φάσηλος I, Poll. 1.247, Gal. 6.542, 545,557, 11.891, interpol. post Dsc. 2.107: φασίωλος Edict.Diocl. 1.21 (Aeg.); πασίολος ib. 6.33: φασιούλυος Hippiatr. 130,134.
φασίολος, ου (ὁ) c. φασήολος, Diosc. 2, 130.
φασίολος, ὁ, = φάσηλος, Ath. II.56a.