φασήλιον Save LSJ Bailly 2024 Pape φασήλιον, τό, Dim. of φάσηλος, POxy. 1656.8 (iv/v A. D.), Gloss. 2 = ἰσόπυρον, Dsc. 4.120. φασήλιον, ου (τὸ) dim. de φάσηλος, Archél. φασήλιον, τό, = φάσηλος, Sp.