φασγάνιον
φασγάν-ιον [γᾰ], τό,
- = φάσγανον II.1, Dsc. 4.20, Corn. ND 35, Plin. HN 25.137.
- II = ξάνθιον, Gal. 12.87.
φασγάνιον, ου (τὸ) [γᾰ] sorte de glaïeul, plante, Corn. N.D. 35.
Étym. φάσγανον.