φημισμός Save LSJ Bailly 2024 Pape φημισμός, ὁ, = φήμη, Suid. φημισμός, οῦ (ὁ) c. φήμη, Rhét. (W. 1, 584). Étym. φημίξω. φημισμός, ὁ, = φήμη, Suid.