φιλεριστής Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλεριστ-ής, οῦ, ὁ, = φίλερις, Alex. 335. φιλ·εριστής, οῦ (ὁ) [φῐ] c. le préc. Alex. (Poll. 6, 168). Étym. φ. ἐρίζω. φιλεριστής, ὁ, = φίλερις, Poll. 6.168 aus Alexis.