φιλεχθής
φιλεχθής, quarrelsome
φῐλεχθ-ής, ές,
- quarrelsome, Theoc. 5.137.
φιλ·εχθής, ής, ές [ῐ] c. φίλεχθρος, Thcr. Idyl. 5, 137.
Étym. φ. ἔχθος.
φιλεχθής, ές, = φίλεχθρος, Theocr. 5.137.
φιλεχθής
φῐλεχθής, ές
= φίλεχθρος, Theocr.