φιλησίμολπος
φιλησίμολπος, loving song
φῐλ-ησίμολπος [σῐ], ον,
- = φιλόμολπος, Pi. O. 14.13.
φιλησί·μολπος, ος, ον [ῐῐ] c. φιλόμολπος, Pd. O. 14, 19.
φιλησίμολπος, = φιλόμολπος, Pind. Ol. 14.13, Ἀγλαΐα.
φῐλησῐμολπος, -ον
- 1loving song φιλησίμολπέ τʼ Εὐφροσύνα O. 14.14
φιλησίμολπος
φῐλησί-μολπος, ον,
μολπή
= φιλόμολπος, Pind.