Φιλητορίδης
Φιλητορίδης, Philetorides
Φιλητορίδης, ου (ὁ) [ῐῐ] fils de Philètor, Il. 20, 457.
Étym. patr. de *Φιλήτωρ.
Φιλητορίδης
- Patronymic of Demouchus Il. 20.457.
Φιλητορίδης : son of Philētor, Demūchus, Il. 20.457†.