φιλοκερδία Save LSJ Bailly 2024 Pape φῐλοκερδ-ία, v. φιλοκέρδεια. φιλοκερδία, ας (ἡ) [φῐ] c. φιλοκέρδεια, DS. 5, 35 ; Luc. Sat. 14. φιλοκερδία, ἡ, = φιλοκέρδεια, Luc. Cyn. 18.