φιλοπαίστης
φῐλο-παίστης, ου, ὁ,
- = φιλοπαίγμων, Poll. 5.161, Ael. NA 4.34, 5.39, Suid. s.v. Θεόπομπος . . κωμικός.
φιλοπαίστης, ου (ὁ) [ῐ] c. φιλοπαίγμων, El. N.A. 4, 34 ; 5, 39.
φιλοπαίστης, ὁ, = φιλοπαίγμων, φιλοπαίκτης, Ael. H.A. 4.34, 5.39.