φιλοπεύστης
φιλοπεύστης, fond of enquiring, curious
φῐλοπεύστ-ης, ου, ὁ,
- = φιλοπευθής, Ptol. Tetr. 160.
φιλο·πεύστης, ου (ὁ) [ῐ] c. φιλοπευθής, Ptol. Tetr. 160.
φιλοπεύστης, ὁ, = φιλοπευθής, Ptolem.
φιλοπεύστης
φῐλο-πεύστης, ου, ὁ,
- fond of enquiring, curious.