φλυαρολογία Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape φλῠᾱρο-λογία, ἡ, = φλυαρία, Pl. Ax. 369d. φλυαρολογία, ας (ἡ) [ᾱρ] c. φλυαρία, Plat. Ax. 369d. φλυαρο-λογία -ας, ἡ [λόγος] leuterpraat. φλυαρολογία, [ᾱ], ἡ, = φλυαρία, Plat. Ax. 369d.