φλυκτίς
φλυκτίς, boil
φλυκτίς, ίδος (but acc. pl. φλύκτεις Dsc. 2.101), ἡ,
- = φλύκταινα, Thphr. Ign. 39; boil, LXX Ex. 9.9, Gal. 13.357.
φλυκτίς, ίδος (ἡ) c. φλύκταινα, Hpc. 673, 37 ; Th. Ign. 39, etc.
φλυκτίς, ίδος, ἡ, = φλύκταινα, Sp.