φλυαρώδης
φλυαρώδης, fooling
φλυᾱρ-ώδης, ες,
- foolish, Plu. Lyc. 6, Id. QConv. 2.615a; ῥῆμα Porph. Chr. 61.
φλυαρώδης, ης, ες [ᾱ] frivole, vain, Plut. Lyc. 6 ; M. 615a.
Étym. φλύαρος, -ωδης.
φλυαρώδης, [ᾱ], ες, possenhaft, Plut. Lyc. 6.
φλυαρώδης
φλυᾱρ-ώδης, ες
εἶδος
- fooling, Plut. fl4uzw, v. φλύω.