φορμιγκτάς Save LSJ Grieks Nederlands Slater Pindar φορμιγκτάς, v. φορμικτής. φορμιγκτάς en φορμικτάς -ᾶ, ὁ [φόρμιγξ] Dor., citerspeler. φορμιγκτάς 1lyre player φορμιγκτὰς ἀοιδᾶν πατὴρ ἔμολεν, εὐαίνητος Ὀρφεύς P. 4.176