Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φορμικτάς
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φορητός
φορί
φόριγγες
φορίη
φορικός
φόριμος
φορίνη
φορινόομαι
φορινόω
φόριον
φορίς
φόρκες
Φορκίδες
φορκιδόω
φορκόν
Φόρκος
φορκός
Φόρκυν
Φόρκυνος
Φόρκυνος λιμήν
Φόρκυς
φορμαλεία
φορμηδόν
Φορμιανός
φορμιγκτάς
φορμιγκτής
φόρμιγξ
Φορμίδης
φορμίδιον
φορμίζω
φορμικτάς
φορμικτήρ
φορμικτής
φορμικτός
φορμίον
φορμίς
Φορμίσιος
φορμίσκιον
φορμίσκος
Φορμίων
φορμοκοιτέω
φορμοραφέω
φορμοραφίς
φορμορραφέομαι
φορμορραφέω
φορμορραφίς
φορμός
Φόρμος
φορμοσίκων
φορμοφορέω
φορμοφόρος
φορμύνιος
φορογράφος
φοροθετέω
φορολογέω
φορολόγητος
φορολογία
φορολόγος
φόρον
φορός
φόρος
…
φορμικτάς
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
φορμικτάς,
v.
φορμικτής
.
φορμικτάς
zie
φορμιγκτάς.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}