Φόρκος
Φόρκος, ὁ,
- = Φόρκυς, Pi. P. 12.13, S. Fr. 861, Lyc. 477.
- II = Ἔρεβος, Phanocl. 1.20.
Φόρκος, ου (ὁ)
1 c. Φόρκυς, Pd. P. 12, 24 ; Soph. fr. 407 ; A. Rh. 4, 828 ||
2 c. Ἔρεβος, Phanocl. fr. 1 ||
➳ Gén. épq. Φόρκοιο, Pd. P. 12, 13.
Φόρκος father of the Gorgons and Graiai. ἤτοι τό τε θεσπέσιον Φόρκοιʼ ἀμαύρωσεν γένος (sc. Περσεύς) P. 12.13 ]Φόρκοιο, σύγγονον πατέρων (cf. v. 5, πατέρα Γοργόνων) Δ. 1. 17.